Πέμπτη 21 Ιουνίου 2018

Σε αναζήτηση Πολιτικής Οικολογίας



Οι «Οικολόγοι - Ανοιχτή Κοινωνική Λίστα» για τη συγκρότηση πόλου προαγωγής της οπτικής της πολιτικής οικολογίας και της οικολογικής κινηματικής δράσης

Το «κλείσιμο» της πρώτης δεκαετίας της οικονομικής κρίσης, που εκδηλώθηκε βίαια με την έκρηξη της κερδοσκοπικής φούσκας στις ΗΠΑ το 2008 και εξαπλώθηκε γοργά σε όλο τον κόσμο, βρίσκει τη χώρα μας στο βαθύ τέλμα μιας δραματικής κοινωνικής κρίσης που, όπως φαίνεται, θα διαρκέσει για πολύ.

Τα αίτια της πρωτοφανούς αυτής κοινωνικής κρίσης στη σύγχρονη ιστορία της χώρα έχουν αναλυθεί από περισσότερες πλευρές και είναι πλέον, λίγο-πολύ, γνωστά: ένα σύνολο χρεωκοπημένων πολιτικών που εφαρμόσθηκαν από το ιδιοτελές και παντελώς ανεύθυνο πολιτικό προσωπικό όλων των κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης. Η κοινωνική κρίση στάθηκε απόρροια της ολοκληρωτικής οικονομικής χρεωκοπίας της χώρας η οποία συνέβαλλε, όπως θα αναμενόταν, και στην εξαΰλωση κάθε έννοιας περιβάλλοντος και περιβαλλοντικής πολιτικής. Σε περιβάλλοντα χρεωκοπημένων πολιτικών και πολιτικής, η διέξοδος από τις οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις χρεώνεται πάντα σε ότι πιο άμεσα και εύκολα μπορεί να εκμεταλλευθεί: στο περιβάλλον και στους φυσικούς και πολιτισμικούς του πόρους.

Την τελευταία προσφορά χρεωκοπημένης πολιτικής στο πεδίο της αντιμετώπισης της πολυδιάστατης, ισοπεδωτικής, κρίσης, προσέφερε πριν από 3 περίπου χρόνια η «ελπίδα» της «αριστεράς» του ΣΥΡΙΖΑ η οποία, για να καταστεί περισσότερο ελκυστική, διεύρυνε το επικοινωνιακό της οπλοστάσιο με την δημιουργική χρήση του μυθεύματος «Αριστερά και Οικολογία» και προχώρησε στον επακόλουθο προσεταιρισμό του πτωχευμένου - πολιτικά, οικονομικά και οργανωτικά - κόμματος των Οικολόγων Πράσινων, ελάχιστου μέρους του θρυμματισμένου οικολογικού τοπίου της χώρας.

Η «ελπίδα» εξανεμίστηκε γρήγορα στο πεδίο της ολοκληρωτικής υποταγής στις προσταγές των δανειστών, στην επακόλουθη καταστρατήγηση κάθε προεκλογικής δέσμευσης και, κατά συνέπεια, στην ουσιαστική ολική κατάργηση των δημοκρατικών λειτουργιών. Ανίκανη να προβάλλει την όποια προσπάθεια «δημιουργικής» παράκαμψης των «diktat» των δανειστών και των εγχώριων υποβολέων τους, ανίκανη να προβάλλει το όποιο, μικρό ή μεγάλο, σχέδιο συνολικής – χωροταξικής και παραγωγικής – ανασυγκρότησης της χώρας, η κυβερνητική «παρέα», συμπεριλαμβανομένων και των Οικολόγων Πράσινων, επιδόθηκε αφενός στην εφαρμογή ενός τυφλού φοροεισπρακτικού σχεδίου και αφετέρου στην διατήρηση των προϋπαρχόντων περιβαλλοντοκτόνων βιομηχανικών δραστηριοτήτων και στην αδιάκριτη και ολοκληρωτική εκποίηση κοινών αγαθών και της φυσικής και πολιτισμικής κληρονομιάς της χώρας, προς «αξιοποίηση» : τερατώδη ξενοδοχειακά συγκροτήματα σε αιγιαλούς και δάση, κολοσσιαίοι βιομηχανικοί αιολικοί σταθμοί ακόμη και σε προστατευόμενες περιοχές, η μισή χώρα τεμαχισμένη σε εν δυνάμει πετρέλαιοοικόπεδα, παθητική διατήρηση των ορυχείων της Χαλκιδικής, παθητική διατήρηση της τριτοκοσμικής χωροταξίας των ιχθυοκαλλιεργειών, παθητική διατήρηση ξεπερασμένων, βαθιά αντι-οικολογικών, δραστηριοτήτων όπως η βιομηχανίας γούνας, προσχηματικές άδειες αλιείας με βιντζότρατες και συνέχιση του καταστροφικού έργου της τράτας, δρομολόγηση αδειών καύσης απορριμμάτων και δημιουργία φαραωνικών μονάδων επεξεργασίας απορριμμάτων ξεπερασμένης τεχνολογίας, διάλυση των μηχανισμών ελέγχου προστασίας περιβάλλοντος κ.α.

Το «κλείσιμο» της πρώτης δεκαετίας της οικονομικής κρίσης βρίσκει την χώρα στα όρια της πτώχευσης και σε ουσιαστική επιτροπεία, με την εγχώρια πολιτική σκηνή πρακτικά αδειανή. Το θλιβερό ναυάγιο της τελευταίας «ελπίδας» της «Αριστεράς και Οικολογίας» έφερε την οριστική αμαύρωση της αριστερής προσέγγισης συμπαρασύροντας στα αζήτητα και την πειστικότητα της οικολογικής πρότασης. Ο περαιτέρω θρυμματισμός των τοπίων της Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας, λόγω των επακόλουθων μαζικών κομματικών αποχωρήσεων και διασπάσεων, δεν αποτέλεσε έκπληξη.


Με αυτές τις προϋποθέσεις, αυτά τα προηγούμενα και σε αυτό το πολιτικό τοπίο, δεν μπορούν να υπάρχουν ούτε διλλήματα ούτε αμφιβολίες : ο χώρος της οικολογίας και της οικολογικής οπτικής δεν πρέπει και δεν μπορεί να υιοθετήσει το ρόλο του, έστω και μη περιθωριακού, συμπληρώματος της «αριστεράς» και της οποιαδήποτε αριστεράς. Εκούσια ή ακούσια. Οφείλει να ανατρέξει στις ρίζες του, στις ιστορικές αναφορές του και στις διαχρονικές διαδρομές του πράσινου και του οικολογικού κινήματος, να επαναξιολογήσει τις διαστάσεις της οπτικής της Πολιτικής Οικολογίας και του πολιτισμικού παραδείγματος που την τροφοδοτεί και την στηρίζει και να ανασυγκροτηθεί, «ολοστρόγγυλος», μακριά από κάθε πρόταγμα και κάθε πρακτική των παλαιών, αναποτελεσματικών, πολιτικών και πολιτισμικών παραδειγμάτων και σχημάτων που γνώρισε ο περασμένος αιώνας. Και αυτό, γιατί αποτελεί φορέα της μόνης οπτικής που, εάν αδέσμευτη, είναι σε θέση να διασφαλίσει την ουσιαστική αντιμετώπιση της κάθε οικονομικής κρίσης στο δρόμο της πραγμάτωσης μιας πραγματικής βιώσιμης ευημερίας. Έστω και σταδιακά. Πρώτα μέσω της πράσινης ή και οικολογικής μετάβασης και έπειτα έως την ποθούμενη πραγματική οικολογική μεταστροφή της κοινωνίας.

  Τα ιστορικά περιβαλλοντικά κινήματα, οι «Πράσινοι» και τα οικολογικά κινήματα που δημιουργήθηκαν την δεκαετία του ’80, κατέγραψαν στο ενεργητικό τους αρκετές επιτυχίες έως και το 2009-2010. Η πολιτική τους επιρροή άρχισε να συρρικνώνεται σημαντικά τα τελευταία χρόνια όπως στην Ισπανία, στο Βέλγιο, στην Μεγάλη Βρετανία, στην Ελλάδα, στην Ιταλία και στην Γαλλία. Κρατάν στο πολιτικό προσκήνιο οι γερμανοί Γκρούνεν και τα πράσινα κινήματα σε χώρες της κεντρικής και της βόρειας Ευρώπης. Οι γερμανοί Γκρούνεν, μολονότι συνέβαλλαν σημαντικά στην αλλαγή των πολιτικών δεδομένων της χώρας - σε σημείο να αποτελούν ένα σταθερό παράγοντα προαγωγής μιας έστω μερικής διαδρομής οικολογικής μεταστροφής - δείχνουν σήμερα εμφανή σημάδια στασιμότητας. Και αυτό, γιατί δεν στάθηκαν ικανοί να συλλάβουν τα κοινωνικά αιτήματα περισσότερης ριζοσπαστικότητας και περισσότερης άμεσης δημοκρατίας, παρά το αναλογικό εκλογικό σύστημα της χώρας που προάγει μια σαφώς μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης της ψήφου και, επομένως, μεγαλύτερες ευκαιρίες συναίνεσης μεταξύ πολιτικών συλλογικοτήτων.

  Η Γερμανία - χώρα κατεξοχήν προαγωγής του πράσινου κινήματος - διδάσκει ότι οι συλλογικότητες που στοχεύουν στην αλλαγή του οικονομικού, κοινωνικού και πολιτιστικού μοντέλου έχουν σαν κύριο καθήκον την προγραμματική σύγκλιση των συγγενών δυνάμεων, με στόχο την συνεχή επικαιροποίηση ενός σχεδίου πολιτισμικής αλλαγής, έτσι ώστε να σχηματιστεί πλειοψηφικό ρεύμα και να αποφευχθεί ο κίνδυνος της σίγουρης περιθωριοποίησης. Σε κάθε περίπτωση, οι συλλογικότητες που εκφράζουν αλλαγές αυτού του τύπου οφείλουν να αποσκοπούν στην συνέργεια για την ανοικοδόμηση μιας δημοκρατικής, φεντεραλιστικής - ομόσπονδης - Ευρώπης, έτοιμης να επιλέξει τον μακρύ δρόμο της οικολογικής μεταστροφής μακριά από νεοφιλελεύθερες και αναπτυξιακές λογικές και επιλογές.

  Όπως περιγράφει εύγλωττα ο Πωλ Χόκεν, σήμερα αναπτύσσεται μια πλειάδα υποκειμένων κοινωνικού και πολιτιστικού χαρακτήρα, ενός άλλου ανθρωπολογικού παραδείγματος, που συνυφαίνει συστηματικά την κουλτούρα της προστασίας του περιβάλλοντος με εκείνες της δημοκρατικής οπτικής, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της προστασίας της τοπικότητας. Πρόκειται για υποκείμενα που συνθέτουν ένα ευρύ κίνημα για μια άλλη δημοκρατία, ένα κίνημα για την περιβαλλοντική δικαιοσύνη, την κοινωνική και οικονομική οικολογία και, εν τέλει, την οικολογία της σκέψης. Με αυτό τον τρόπο η ιδέα της πράσινης ή και οικολογικής μετάβασης σε ένα άλλο κοινωνικό μοντέλο παίρνει χαρακτηριστικά σχεδόν επαναστατικά. Το πρόταγμα της αποανάπτυξης, για παράδειγμα, υποδεικνύει ότι η εποχή της φαντασίωσης της άλογης και απεριόριστης παραγωγής,
περιττών, άχρηστων η και επιζήμιων προϊόντων δίχως πραγματικό αντίκρισμα ζήτησης, τείνει στο τέλος της. Στη θέση τους προτείνει την ιδέα προϊόντων με γνήσια χαρακτηριστικά χρήσιμων αγαθών - ή αγαθών με μέλλον - ή προϊόντων με στόχο τη πραγμάτωση της αρχής της μείωσης, της αντικατάστασης ή και της απάλειψης, πέραν της πεποίθησης ότι το κλασικό ΑΕΠ είναι σε θέση να καταγράψει το πραγματικό επίπεδο ευημερίας.
Εισερχόμαστε μεν στην εποχή της οικολογικής μεταστροφής αλλά, όπως στην περίπτωση του φαινόμενου του καπιταλισμού, θα χρειαστεί περισσότερο από ένα αιώνα για να
καθοριστεί ικανοποιητικά το νέο πολιτισμικό παράδειγμα. Στο μεταξύ, η ιδέα του και οι πρακτικές του, αναμιγνύουν αλληλεγγύη και στοιχεία της παράδοσης με στοιχεία της φιλελεύθερης και της σοσιαλιστικής κουλτούρας, εύπλαστα σε πειραματισμό και μεταλλαγή, πέραν ιδεολογικών σχημάτων και ιδεολογικών σκληρύνσεων. Πρόκειται για στοιχεία που επιτρέπουν την σύνθεση από την οποία θα ξεπηδήσει, μέσα από διαδοχικές φάσεις, μια άλλη εποχή δυνατότητας μιας νέας, φυσικής, άνθισης της ανθρωπότητας.

 Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι στο πλαίσιο της παραπάνω δραστικής αλλαγής του κόσμου, που δεν αποτελεί μόνο προϊόν της κρίσης του καπιταλισμού και της παγκοσμιοποίησης αλλά και της κρίσης της υλιστικής οπτικής, της εποχής της απεριόριστης ανάπτυξης, της κατάχρησης και της ανθρωπολογίας του νεωτερισμού, οι μικρές χώρες πληρώνουν κατά κύριο λόγο το τίμημα. Τίμημα όχι μόνο οικονομικό αλλά ηθικής και πολιτισμού που προειδοποιεί ότι εάν δεν αλλάξει βαθιά το σύστημα θα καταρρεύσει.

Δεξιά και αριστερά

 Όσοι επιμένουν να διαβάζουν τον κόσμο μέσω της διάκρισης δεξιά-αριστερά παραμένουν θαμπωμένοι από τις ιδεολογίες του 19ου αιώνα, ίσως λόγω ανικανότητας ανάγνωσης των αρνητικών κοινωνικών τους επιπτώσεων και διανόησης ενός «άλλου». Σταθήκαμε μάρτυρες σε μια πλειάδα προσπαθειών συγκρότησης νέων πολιτικών συλλογικοτήτων πολλές από τις οποίες διαλύθηκαν αμέσως μετά την δημιουργία τους. Διαλύθηκαν γιατί θεμελιώθηκαν σε «κούφιες» οπτικές, ανίκανες να εστιάσουν τις πραγματικές διαστάσεις του πραγματικού αιτήματος - της οικολογικής μεταστροφής - και, πριν από αυτές, το θέμα της επανεξέτασης της ποιότητας της δημοκρατίας

Οι πιο αποτυχημένες προσπάθειες στάθηκαν εκείνες που γεννήθηκαν στο πλαίσιο της επαναθεμελίωσης μιας «νέας αριστεράς» στα τέλη της δεκαετίας του ’70, αν μη τι άλλο γιατί η αλλαγή παραδείγματος υπερβαίνει το ιδεολογικό και πολιτισμικό υπόβαθρο όλων των «αριστερών» όπως και όλων των «δεξιών». Η αριστερά τροφοδοτεί σημαντικές δυνάμεις οι οποίες πλησιάζουν μεν την σφαίρα ενός άλλου παραδείγματος αλλά αδυνατούν να το κατακτήσουν καθόσον φαίνεται να ικανοποιούνται με την ιδέα ενός γενικού περιβαλλοντισμού και μιας επιφανειακής οικολογικής προσέγγισης. Η νοητική σκλήρυνση αναφορικά με την κατανόηση και την ανάγκη ενός άλλου πολιτισμικού παραδείγματος, ολικής μετάλλαξης του ισχύοντος, την οδηγεί πάντα σε μια διαδικασία αέναης «επαναθεμελίωσης» και, στην πραγματικότητα, σε μια ατέρμονη ακινησία.

Οικολογική μεταστροφή

Η ανάγκη οικολογικής μεταστροφής, με την έννοια της απαραίτητης μεταλλαγής τρόπου ζωής, κατανάλωσης και ποιότητας παραγωγής, τρόπων συμβίωσης και ποιότητας κατανομής πόρων, δημοκρατίας, ολικής δικαιοσύνης και ολικής προστασίας των οικοσυστημικών ισορροπιών, έρχεται από πολύ μακριά. Ίσως και από την περίοδο που προηγήθηκε της βιομηχανικής επανάστασης, του νεωτερικού κράτους και των πολιτικών οπτικών του 20ου αιώνα.

Η πρώτη όμως συνοπτική της έκφραση, προσανατολισμένη στη συγκρότηση ενός πολιτικού σχεδίου αλλαγής του ισχύοντος παραδείγματος, κατατέθηκε για πρώτη φορά στην Ιταλία μέσω της σκέψης και της δράσης του Αλεξάντερ Λάνγκερ. Ο πρόωρος χαμός του Λάνγκερ δεν επέτρεψε την περαιτέρω ανάπτυξη της βαθιάς του ενόρασης, αφήνοντας χώρο στην εξαΰλωση των ιδεών, στην ιδεολογική υποταγή και στην επακόλουθη ένταξη στο ισχύον πολιτικό σύστημα της οικολογικής οπτικής του πράσινου κινήματος.

Τα περιβαλλοντικά κινήματα αποτέλεσαν, για αρκετά χρόνια, το βασικό εργαλείο εθελοντικής προσπάθειας στο πεδίο του οικολογικού ζητήματος για να περάσουν στο παρασκήνιο τα τελευταία χρόνια με την έκρηξη της οικονομικής κρίσης. Οι Πράσινοι αποτέλεσαν ευθύς εξαρχής το όχημα της θεσμική τους εκπροσώπησης - δίχως την όποια θεσμική «εξουσιοδότηση» - αλλά έχασαν γρήγορα το εύρος και την διεισδυτικότητα της εναλλακτικής τους οπτικής στο πλαίσιο μιας προοδευτικής απορρόφησης από τις οπισθοδρομικές λογικές της κομματοκρατίας. Η πολιτική τους αποτυχία στάθηκε η βασική αιτία του σταδιακού αλλά αναπόφευκτου θρυμματισμού του οικολογικού στερεώματος, δίχως πια θεσμικά σημεία αναφοράς, την ίδια στιγμή που οι περιβαλλοντικές ευαισθησίες και η οικολογική συνείδηση αυξάνονταν και διαχέονταν σε όλο τον κόσμο.

Η κρίση των πράσινων κομμάτων και του «παλαιού» περιβαλλοντισμού αποτελούν, σε κάθε περίπτωση, τον δείκτη των σοβαρών δυσλειτουργιών που απασχολούν όλη την ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Δυσλειτουργιών που επιβάλλουν την άρθρωση μιας άλλης ευρωπαϊκής οπτικής, ενός ριζοσπαστικού πολιτισμικού μοντέλου μιας άλλης οικονομίας, με δραστική μείωση του ρόλου του χρηματοπιστωτικού συστήματος και την συγκρότηση ενός πολιτικού και εκλογικού υποκείμενου στην λογική ενός ενιαίου ευρωπαϊκού σχεδίου οικολογικής μεταστροφής.

Προϋποθέσεις οικολογικής μεταστροφής

  Η οικολογική μεταστροφή είναι κύρια πολιτισμική επανάσταση και αλλαγή πολιτισμικού παραδείγματος που απαιτεί τόσο πρωταγωνιστές όσο και τόπους διεργασιών. Πάνω απ’όλα θέτει σαν προϋπόθεση την ενσυνείδητη αποδοχή της, την δημιουργία ενός πλαισίου προβληματισμού γύρω από το νόημα της ύπαρξης, τις διαστάσεις και την ποιότητα της κοινωνικής συμβίωσης, την εξέλιξη της συνείδησης, την κατάσταση του πλανήτη και την ποιότητα της ελευθερίας και της δημοκρατίας που απαιτούμε.

√  Η οικολογική μεταστροφή ευνοείται, κατά κύριο λόγο, από την φυσική επαναπροσέγγιση μεταξύ των εννοιών της «παραγωγής» και της «κατανάλωσης»: από το πρόταγμα μιας διαφορετικής παραγωγής, ή άλλων τρόπων παραγωγής, έως εκείνο της περίφημης παραγωγής εγγύτητας και της ευρείας υιοθέτησης της αυτοπαραγωγής και της επανάχρησης υλικών. Κεντρικό ρόλο στην κατεύθυνση της ουσιαστικής της πραγμάτωσης διαδραματίζει η γνώση, η ενσυνείδητη ενεργή συμμετοχή, οι ενώσεις των πολιτών και ένας άλλος τύπος επιχειρηματικότητας. Μιας επιχειρηματικότητας βασισμένης σε μορφές συμμετοχικής δημοκρατίας, στη μικρή κλίμακα, στη μικρή παραγωγική αλυσίδα, στη διασύνδεση, με την μορφή δικτύου, αλληλοϋποστηριζόμενων επιχειρήσεων και παραγωγικών μονάδων, ή και στη κοινωνική επιχειρηματικότητα - πρωτοβουλία συνεργατικών σχημάτων των πολιτών που αποδίδει εισόδημα αξιοποιώντας τους πολύτιμους φυσικούς πόρους της τοπικότητας με απόλυτη προστασία του περιβάλλοντος στο πεδίο του δίκαιου εμπορίου - η οποία συνιστά και σύνθεση των παραπάνω.
Χαρακτηριστικά πεδία άμεσης πραγμάτωσης της οικολογικής μεταστροφής αποτελούν το πεδίο της παραγωγή ενέργειας και εκείνο της διατροφής: η παραγωγή ενέργειας θα πρέπει να βασίζεται κύρια στην αυτοπαραγωγή, ενώ το διατροφικό σύστημα στη προοδευτική του μετάλλαξη σε ένα ισορροπημένο, μη καταστροφικό, σύστημα θεμελιωμένο σε πραγματικότητες, όπως οι Ομάδες Αγοράς, πέραν της λογικής του τομέα. Μέσω της δραστικής μείωσης του κόστους της ενεργειακής κατανάλωσης δημιουργούνται οι προϋποθέσεις της πραγματικής εγγύησης μιας άλλης γεωργικής πραγματικότητας με νέες ευκαιρίες εργασίας.

 Η οικολογική μεταστροφή απαιτεί την άμεση διακοπή της κατανάλωσης εδάφους: τα μικρά η μεγάλα οικιστικά μας σύνολα διαθέτουν δομές σε θέση να ικανοποιήσουν κάθε ανάγκη κατοικίας και εμπορικής ή και παραγωγικής δραστηριότητας, για τις προσεχείς δεκαετίες. Διαθέτουν πλεόνασμα κατοικιών, βιομηχανικών κτιρίων και άδειων χώρων κατάλληλων για εμπορικές δραστηριότητες. Επιπλέον, η επανάχρηση, η ανάπλαση και η ενεργειακή τους αναβάθμιση, θα δημιουργήσουν μία πλειάδα νέων ευκαιριών εργασίας μολονότι περιορίζουν σημαντικά την επιχειρηματικότητα που τροφοδοτείται από την κατανάλωση χώρου. Η διακοπή της κατανάλωσης χώρου θα επιτρέψει την κατάρτιση εμπνευσμένων σχεδίων όσμωσης μεταξύ κατοικημένου και μη κατοικημένου χώρου, μεταξύ αγροτικής και κατοικημένης γης. Και ως προς αυτό υπάρχει μια πλειάδα εργαλείων, σχεδόν μηδαμινού κόστους, στην διάθεση της τοπικότητας και της πολιτικής αυτονομίας των τοπικών κοινωνιών, όπως οι αστικοί κήποι και οι πράσινες υποδομές, το σύστημα της παραγωγής εγγύτητας και οι μικρές παραγωγικές αλυσίδες.

 Η μη βιώσιμη κινητικότητα υποδηλώνει σαφώς ότι η εποχή της αυτοκίνησης έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της. Για την βιώσιμη κινητικότητα, τις πολύπλευρες διαστάσεις της αναφορικά με την οικολογία της κοινωνίας, του περιβάλλοντος και της οικονομίας, καθώς και την καταλυτική της συμβολή στην οικολογική μεταστροφή έχουν γραφεί περισσότερο από πολλά.
- Κοινωνική διάσταση της βιώσιμη κινητικότητας σημαίνει διασφάλιση οικονομικής ισοτιμίας, χρονικής αξιοπιστίας, ασφάλειας, ελευθερίας και ευελιξίας ισότιμης μετακίνησης, για όλα τα μέλη της κοινωνικής ομάδας κ.λ.π.
- Περιβαλλοντική διάσταση της βιώσιμη κινητικότητας σημαίνει διασφάλιση ισορροπίας μεταξύ ελευθερίας μετακίνησης και περιβαλλοντικής «υγείας» - ενεργειακή εξοικονόμηση, εξοικονόμηση μη ανανεώσιμων πόρων, μείωση ατμοσφαιρικής ρύπανσης, συμβολή στην μείωση του φαινόμενου του θερμοκηπίου κ.λ.π.
- Οικονομική διάσταση της βιώσιμη κινητικότητας σημαίνει απρόσκοπτη και συνεχής διασφάλιση των παραπάνω.
Από την σκοπιά της οικολογικής μεταστροφής κάθε οικολογία της κίνησης, της μετακίνησης και των μεταφορών, προϋποθέτει την σύνταξη ενός μακρόπνοου προγράμματος, συνολικού σχεδιασμού, σε τοπικό και υπερτοπικό επίπεδο. Ενός σχεδιασμού που θεμελιώνεται, αναγκαία, στον οργανικό σχεδιασμό δικτύων διαχωρισμού των τύπων κίνησης, στον οργανικό συγκερασμό της ελάχιστης δυνατής αυτοκίνησης και οικολογικών μέσων μαζικής μεταφοράς περισσότερων τύπων, δικτύων ad hoc πεζοδρόμησης, κυκλοφορίας ΑΜΕΑ, «έξυπνων» διαβάσεων διέλευσης πεζών, ποδηλατοδρόμων και διαδρομών διακίνησης εμπορευμάτων, περιφερειακών χώρων στάθμευσης και τρόπων διαχείρισης εισόδου στα οικιστικά σύνολα.
Ένα αποτελεσματικό σχέδιο δικτύων βιώσιμης κινητικότητας θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο υποστήριξης επιχειρήσεων καταδικασμένων στη πτώχευση. Οι πετρελαϊκές εταιρείες θα χάσουν μεν ένα σημαντικό μερίδιο των κερδών τους αλλά η ζημιά τους θα αποτελέσει κέρδος σε χρόνο και κόστος βιώσιμης κίνησης.

 Η οικολογική μεταστροφή απαιτεί τον εφοδιασμό της διακυβέρνησης του χώρου με το θεμελιώδες εργαλείο της προαγωγής και προστασίας των κοινών αγαθών και ενός γνήσια συμμετοχικού ελέγχου της τοπικότητας, μακριά από κάθε ιδέα ιδιωτικοποίησης ακόμα και αν παρουσιάζεται με την μορφή δημόσιας διαχείρισης. Σε αυτή την κατεύθυνση απαιτείται ο μηδενισμός του χρέους των τοπικών αυτοδιοικήσεων και των επιχειρήσεων τους, παράλληλα με την δραστική μείωση του δημόσιου χρέους του κράτους και την δραστική επανεκτίμηση του κόστους της αυτοδιοίκησης.
Από την άλλη πλευρά, είναι αδιανόητη η έξοδος από το χάος στο οποίο έσπρωξε ο νεοφιλελευθερισμός την οικονομία του πλανήτη δίχως την όποια ριζοσπαστική επαναδιαστασιοποίηση της χρηματοπιστωτικής φούσκας που διαφεντεύει πλέον τις οικονομίες - εθνικές και παγκόσμια. Οικολογική μεταστροφή σημαίνει ριζική επαναφορά του τραπεζικού συστήματος στον φυσικό του ρόλο, αυτού της κοινωνικής υπηρεσίας παροχής οικονομικής διευκόλυνσης, με την υποστήριξη της διάχυτης πραγμάτωσης εννοιών όπως η «ηθική τράπεζα» και το μικρο-δάνειο.

Για μια πολιτική οικολογία

Μια πολιτική οικολογία της οικολογικής μεταστροφής της κοινωνίας και της οικονομίας, οφείλει να εστιάσει το σύνολο των διαστάσεων της κοινωνικής προβληματικής, από τις θεματολογίες της «ανάπτυξης» και των πολιτικών της κρίσης έως εκείνες κοινωνικής υποβάθμισης, της σχέσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με τις μορφές της άμεσης δημοκρατίας και της προβληματικής των πλειοψηφικών εκλογικών συστημάτων, που εκμηδενίζουν την βαρύτητα της λαϊκής ψήφου, αναγκαίας για την αυτονόμηση της πληροφόρησης από το κομματικό σύστημα. Μια πολιτική οικολογία οφείλει να οικοδομήσει μία άλλη οπτική, αντίθεσης στις λογικές της κάστας, της διαφθοράς, της μαφίας, η και της φοροδιαφυγής, στην κατεύθυνση της προστασίας της πολυπολιτισμικής κοινωνίας και της κοινωνικής ασφάλειας του πολίτη, της ελεύθερης επιλογής θρησκευτικής συνείδησης και του λαϊκού χαρακτήρα του κράτους, με χρήση μιας αυθεντικής ερμηνείας των γενικών αρχών του συντάγματος και μιας δημοκρατικής, πραγματικά ομοσπονδιακής Ευρώπης.

Σε όλες τις πιθανές μορφές τους, εκλογικά συστήματα όπως το πλειοψηφικό αποτελούν εμπόδιο σε κάθε αλλαγή και την ουσιαστική αιτία της δραματικής συρρίκνωσης της συμμετοχής και, εν τέλει, της δημοκρατίας μέσω εκβιαστικών ψευδοδιλλημάτων - σταθερή κυβέρνηση, χρήσιμη ψήφος, αναγκαιότητα του διπολισμού - υποθάλποντας στην ουσία την χρόνια ακυβερνησία. Το πρόβλημα των πλειοψηφικών εκλογικών συστημάτων αποτελεί σημαντική παράμετρο στο πεδίο της άσκησης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας σε όλη την Ευρώπη δίχως την αποτελεσματική αντιμετώπιση του οποίου οι διακηρύξεις περί άμεσης δημοκρατίας χάνουν κάθε σημασία.

Είναι εύλογο ότι όλα τα παραπάνω δεν έχουν την παραμικρή «γενετική» σχέση με τον ξεπερασμένο περιβαλλοντισμό και το συντριπτικό τμήμα των «πράσινων» κομματιδίων που πλαισίωσαν και πλαισιώνουν το πολιτικό σκηνικό από την δεκαετία του ’80 έως σήμερα, ενώ είναι ουσιαστικά ξένα προς τον πολύχρωμο κόσμο της νεο-κομμουνιστικής αριστεράς και προς όλες τις εκδοχές της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Τα αγνόησαν όλοι τους συστηματικά καθόσον προσπάθησαν να τα ερμηνεύσουν μέσω παρωχημένων ιδεολογιών, ή τα θεώρησαν δευτερεύοντα, ή και τα εγκατέλειψαν στην πράξη λόγω οπορτουνισμού ή της όποιας κάλπικης ρεαλπολιτίκ.

«Βρισκόμαστε στο σταυροδρόμι δύο επιλογών», παρατηρούσε ο Αλεξάντερ Λάνγκερ πριν από 25 περίπου χρόνια. «Η να προσπαθήσουμε να τελειοποιήσουμε και να επιμηκύνουμε την οδό προς την «ανάπτυξη», με τελειοποίηση και χρήση των καλύτερων τεχνικών κυριαρχίας και ελέγχου του ανθρώπινου είδους, της φύσης και των ολοένα και πιο σοβαρών συγκρούσεων που αναδύονται – όπως η τρέχουσα για το πετρέλαιο – ή να προσπαθήσουμε να παραιτηθούμε από την κούρσα προς το «πιο μεγάλο, πιο ψηλό, πιο δυνατό, πιο γρήγορο», που ονομάζουμε «ανάπτυξη» στην κατεύθυνση της επεξεργασίας των στοιχείων ενός πολιτισμού του μέτρου και της βιωσιμότητας - πιο λιτού, ίσως πιο απλού, λιγότερο άπληστου – και περισσότερο ανεκτικού στις περιβαλλοντικές του επιπτώσεις, στα φτωχότερα κομμάτια της ανθρωπότητας, στις μελλοντικές γενιές και στην ίδια την βιοποικιλότητα των έμβιων».

Τα δίκτυα και τα κινήματα για την αποανάπτυξη, τα κοινά αγαθά και την άμεση δημοκρατία υιοθετούν σήμερα τις πλησιέστερες οπτικές στην αιτούμενη αλλαγή πολιτισμικού παραδείγματος για μια πολιτική οικολογία αισιόδοξη και ελκυστική σαν προαπαιτούμενο της απόκτησης νοήματος, πέραν των συμβόλων του περιβαλλοντισμού της δεκαετίας του ’80. Στο πέρασμα στο νέο πολιτισμικό παράδειγμα, ο χαρακτήρας και η ποιότητα των παραπάνω οπτικών υπόσχεται την προοδευτική προσχώρηση στη προσπάθεια μιας πλειάδας συλλογικοτήτων, παροπλισμένων και διασπασμένων στο πλαίσιο της κοινωνικής και οικονομικής κρίσης. Ως προς αυτό, η προσπάθεια απαιτεί την αναδιοργάνωση όλων των κοινωνικών ενεργειών με παρανομαστές την Οικολογία, την Δημοκρατία και την Κοινωνική Δικαιοσύνη», παρανομαστές που οφείλουν να αποτελέσουν τις αρχές αναφοράς μιας νέας κοινωνικής αυτοπεποίθησης. Το «νέο» έχει κάθε δίκαιο και ελπίδα να επικρατήσει σύντομα, εάν όχι αύριο το πρωί, αλλά ποτέ στον άπειρο χρόνο της ουτοπίας.

Οικολόγοι – Ανοιχτή Κοινωνική Λίστα

Γιώργος Δημητρίου
Γιώργος Πασχαλίδης
Φίλιππος Δραγούμης
Άγγελος Τρωιάνος
Σταύρος Αγογλωσσάκης
Βαγγέλης Σπινθάκης
Τάκης Σουκαράς
Οδυσσέας Ρομπάκης
Στέλιος Αγγελής
Γιάννης Δελής
Σοφία Σμεράιδου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου